Το σενάριο που φοβάται το Ισραήλ είναι σχετικά απλό: η Τουρκία εγκαθιστά στρατιωτικές υποδομές στη βόρεια Συρία, αποκτά δυνατότητες επιτήρησης και αεράμυνας και σταδιακά περιορίζει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας
Η Σύρια θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη επιλογή: να αποδεχθεί ισραηλινούς περιορισμούς στην εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεών της από τη Ρωσία, ενώ παράλληλα θα καλούνταν να περιορίσει τη στρατιωτική και αμυντική συνεργασία της με την Τουρκία.
Σε ένα ακόμη πιο φιλόδοξο σενάριο, η Δαμασκός θα μπορούσε να συμφωνήσει σε κοινές ρωσο-συριακές τελωνειακές επιθεωρήσεις κατά μήκος της ιστορικής σιδηροδρομικής γραμμής του Hejaz, εφόσον αυτή αναβιώσει, ώστε να αποτραπεί η χρησιμοποίησή της από την Τουρκία για στρατιωτικούς σκοπούς.
Πρόκειται για ένα σενάριο το οποίο αποτυπώνει το πραγματικό βάθος της κρίσης που διαμορφώνεται στη μεταπολεμική Συρία: η χώρα έχει πλέον μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού όχι μόνο μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων, αλλά και μεταξύ διαφορετικών αρχιτεκτονικών ασφαλείας που συγκρούονται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και για την Ελλάδα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το ισραηλινό χτύπημα στη βόρεια Συρία
Το Ισραήλ και η Τουρκία έχουν εισέλθει σε έναν ολοένα πιο έντονο πόλεμο δηλώσεων, μετά τον ισραηλινό βομβαρδισμό αεροπορικής βάσης στη βόρεια Συρία , κοντά στο Aleppo, με το Ισραήλ να υποστηρίζει ότι τουρκικές δυνάμεις προετοιμάζονταν να αναπτυχθούν εκεί.
Η συριακή πλευρά αρνήθηκε ότι υπήρχε τέτοιο σχέδιο.
Ωστόσο, η ουσία του ζητήματος βρίσκεται αλλού.

Η μεταβολή των στρατιωτικών ισορροπιών
Το Ισραήλ φαίνεται να θεωρεί ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη διμερή συμφωνία μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού, αλλά πιθανή μεταβολή των στρατηγικών ισορροπιών ολόκληρης της περιοχής.
Ο Majdi Halabi, σε ανάλυσή του για το The Media Line, εξήγησε τη λογική πίσω από την ισραηλινή αντίδραση: το ισραηλινό δόγμα ασφαλείας δεν αξιολογεί μια απειλή αποκλειστικά με βάση το αν είναι «νόμιμη» ή «παράνομη», αλλά με βάση το κατά πόσο περιορίζει την ελευθερία κίνησης της ισραηλινής αεροπορίας.
Η λογική είναι σκληρή, αλλά στρατηγικά κατανοητή.
Ένα συμβατικό ραντάρ που λειτουργεί από μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ μπορεί, από την ισραηλινή σκοπιά, να αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα για την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας από ό,τι ένας φορητός αντιαεροπορικός πύραυλος στα χέρια μιας ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι, μια επίσημη και «νόμιμη» τουρκική στρατιωτική παρουσία στη βόρεια Συρία μπορεί να αντιμετωπίζεται από το Ισραήλ ως στρατηγική απειλή ανεξάρτητα από το πώς την παρουσιάζουν η Άγκυρα και η Δαμασκός.
Τι πραγματικά φοβάται το Ισραήλ
Το ισραηλινό χτύπημα μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια να αποτραπεί ένα τουρκικό τετελεσμένο.
Το σενάριο που φοβάται το Ισραήλ είναι σχετικά απλό: η Τουρκία εγκαθιστά στρατιωτικές υποδομές στη βόρεια Συρία, αποκτά δυνατότητες επιτήρησης και αεράμυνας και σταδιακά περιορίζει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας.
Στη συνέχεια, η τουρκική στρατιωτική παρουσία θα μπορούσε να επεκταθεί νοτιότερα.
Όσο πιο κοντά στο Ισραήλ βρίσκονται τουρκικά μαχητικά, ραντάρ, συστήματα αεράμυνας και άλλες στρατιωτικές υποδομές, τόσο μικρότερος είναι ο χρόνος αντίδρασης του Ισραήλ σε περίπτωση κρίσης.
Αυτό εξηγεί γιατί η Ισραήλ φαίνεται να προτιμά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα τώρα, πριν η τουρκική παρουσία στη Συρία καταστεί μη αναστρέψιμη.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλλαγή μετά την πτώση του Bashar al-Assad.
Η αποδυνάμωση της ιρανικής παρουσίας στη Συρία δεν δημιούργησε ένα κενό ισχύος για πολύ.
Η Τουρκία έσπευσε να το καλύψει.
Για το Ισραήλ, επομένως, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η πιθανή επιστροφή του Ιράν.
Είναι η εμφάνιση ενός νέου περιφερειακού αντιπάλου με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, σημαντική οικονομική ισχύ και άμεση πρόσβαση στη Μεσόγειο.
Η τουρκική διείσδυση στη Συρία αφορά και την Ελλάδα
Από ελληνικής πλευράς, το ζήτημα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκία.
Η Συρία αποτελεί κρίσιμο κρίκο στη γεωπολιτική στρατηγική της Άγκυρας.
Μια Τουρκία που αποκτά στρατιωτικό βάθος στη Συρία ενισχύει ταυτόχρονα τη θέση της στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η σύνδεση μεταξύ της τουρκικής παρουσίας στη βόρεια Συρία, της Ανατολικής Μεσογείου, της Λιβύης και των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα ενός ενιαίου σχεδίου, αλλά δημιουργεί ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλεονέκτημα για την Άγκυρα.
Όσο περισσότερα στρατηγικά σημεία ελέγχει ή επηρεάζει η Τουρκία γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο, τόσο μεγαλύτερο είναι το διαπραγματευτικό της βάρος απέναντι στην Ελλάδα.
Και γι' αυτό η εξέλιξη στη Συρία αφορά άμεσα την Αθήνα.
Η νέα τουρκική «περιφερειακή αρχιτεκτονική» ασφάλειας
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα μετά την πρόσφατη ανακοίνωση της λεγόμενης συμφωνίας της Μέκκά για το «Ισλαμικό NATO» μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Εφόσον αυτή η συνεργασία αποκτήσει πραγματικό στρατιωτικό περιεχόμενο, η γεωγραφία της Μέσης Ανατολής αλλάζει.
Η Συρία και η Ιορδανία βρίσκονται ανάμεσα στις δύο βασικές περιφερειακές ζώνες αυτού του άξονα και θα μπορούσαν να περάσουν σε ακόμη στενότερη στρατιωτική και στρατηγική επιρροή της Τουρκίας και των εταίρων της.
Σε ένα πιο φιλόδοξο σενάριο, η αναβίωση της σιδηροδρομικής γραμμής του Hejaz θα μπορούσε να προσφέρει και μια νέα χερσαία σύνδεση μεταξύ αυτών των χώρων.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως χώρα που διεκδικεί συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο.
Η Τουρκία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πολύ ευρύτερο περιφερειακό δίκτυο ισχύος.
Ρωσία: Ο παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το παιχνίδι
Εδώ εμφανίζεται ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται στη δυτική ανάλυση: η Ρωσία.
Μετά το πρόσφατο μνημόνιο κατανόησης για το μέλλον των ρωσικών βάσεων στη Συρία, η σχέση Μόσχας – Δαμασκού εισέρχεται σε νέα φάση.
Οι ρωσικές βάσεις αναμένεται να μετατραπούν σε κοινά κέντρα εκπαίδευσης.
Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα δυνατότητα.
Η Ρωσία θα μπορούσε να διατηρήσει τον ρόλο της ως βασικού στρατιωτικού εταίρου της Συρίας, αντί να αφήσει την Τουρκίας να υποκαταστήσει πλήρως τη ρωσική επιρροή.
Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξισορρόπησης μεταξύ Άγκυρας και Ιερουσαλήμ.
Η Μόσχα, για παράδειγμα, θα μπορούσε να λάβει υπόψη τις ισραηλινές ανησυχίες ως προς το ποιοι εκπαιδεύονται και με ποια όπλα, αποκλείοντας από τη ρωσική εκπαίδευση πρόσωπα που συνδέονται με παλαιότερες τρομοκρατικές οργανώσεις και περιορίζοντας την παράδοση συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων.
Παράλληλα, σε περίπτωση αναβίωσης του διαδρόμου Hejaz, μια συμφωνία για κοινές ρωσο-συριακές τελωνειακές επιθεωρήσεις θα μπορούσε να εμποδίσει τη χρήση της γραμμής για μεταφορά όπλων ή στρατιωτικού υλικού προς τον νότο.
Θα ήταν μια ιδιαίτερα περιοριστική ρύθμιση για τη συριακή κυριαρχία.
Θα ήταν όμως και ένας από τους ελάχιστους ρεαλιστικούς τρόπους για να αποτραπεί μια άμεση σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας στη Συρία.
Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι μόνομεταξύ Ισραήλ – Τουρκίας
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η Συρία κινδυνεύει να γίνει το πεδίο όπου θα συγκρουστούν τρεις διαφορετικές περιφερειακές στρατηγικές.
Η Τουρκία θέλει να μετατρέψει τη Συρία σε χώρο στρατηγικής επιρροής και να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος προς τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το Ισραήλ θέλει να διατηρήσει την ελευθερία δράσης της και να εμποδίσει την εγκατάσταση μιας ισχυρής τουρκικής στρατιωτικής υποδομής δίπλα στα σύνορά της.
Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει τη θέση της στη Συρία χωρίς να οδηγηθεί σε άμεση σύγκρουση ούτε με την Ισραήλ ούτε με την Τουρκία.
Και στη μέση βρίσκεται η ίδια η Συρία, η οποία προσπαθεί να ανασυγκροτήσει ένα κράτος μετά από χρόνια πολέμου, έχοντας πλέον περιορισμένα περιθώρια πραγματικής στρατηγικής αυτονομίας.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο σημείο είναι ότι μια Τουρκία που θα εδραιωθεί στρατιωτικά στη Συρία δεν θα είναι απλώς μια Τουρκία με μεγαλύτερη επιρροή στη Μέση Ανατολή.
Θα είναι μια Τουρκία με μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, περισσότερες υποδομές, μεγαλύτερη περιφερειακή εμβέλεια και περισσότερες επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και τι θα συμβεί στο Αιγαίο;
Ακριβώς γι' αυτό αποκτά σημασία η παράλληλη τουρκική πίεση προς την Ελλάδα.
Η Άγκυρα αποφεύγει, προς το παρόν, μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Ισραήλ, αλλά την ίδια στιγμή εντείνει τις κινήσεις της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με προεδρικά διατάγματα της 15ης Αυγούστου, η Τουρκία ανακοίνωσε δύο εθνικά θαλάσσια πάρκα — ένα στο βορειοανατολικό Αιγαίο και ένα στην περιοχή Fethiye–Kaş στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την κίνηση μονομερή και παράνομη, επισημαίνοντας ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα σε διεθνή ύδατα ή στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Η Αθήνα, βεβαίως, έχει και η ίδια προχωρήσει στη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και στις νότιες Κυκλάδες, υπογραμμίζοντας ότι οι σχετικές ζώνες βρίσκονται εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και είναι συμβατές με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Το κρίσιμο ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι η έκδοση ενός τουρκικού διατάγματος από μόνη της: Είναι τι θα κάνει η Τουρκία για να το επιβάλει στην πράξη.
Η επικίνδυνη λογική των τετελεσμένων
Η τουρκική πλευρά δεν αποκτά αυτομάτως διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα να απαγορεύσει την αλιεία ελληνικών σκαφών σε διεθνή ύδατα.
Ο πραγματικός κίνδυνος θα εμφανιστεί εάν η 'Αγκυρα επιχειρήσει να επιβάλει μονομερώς τους κανόνες της εκτός των χωρικών της υδάτων, χρησιμοποιώντας την ακτοφυλακή ή το πολεμικό ναυτικό.
Τότε η Ελλάδα θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να αντιδράσει για να προστατεύσει την ελευθερία ναυσιπλοΐας και αλιείας είτε να ανεχθεί μια νέα τουρκική διοικητική πρακτική που σταδιακά θα μετατρέπεται σε «κανονικότητα».
Και αυτή ακριβώς είναι η πιο επικίνδυνη διάσταση της τουρκικής στρατηγικής.
Δεν χρειάζεται να ξεκινήσει έναν μεγάλο πόλεμο.
Αρκεί να μετατρέψει σταδιακά μονομερείς χάρτες, διατάγματα και διεκδικήσεις σε πραγματική παρουσία κρατικών υπηρεσιών στη θάλασσα.
Το ίδιο μοτίβο μπορεί να παρατηρηθεί και στη Συρία: πρώτα συνεργασία, μετά εκπαίδευση, στη συνέχεια υποδομές, κατόπιν μόνιμη παρουσία και τελικά δημιουργία νέων τετελεσμένων.
Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Άγκυρας
Η Τουρκία πιθανότατα δεν επιθυμεί αυτή τη στιγμή μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ.
Η αεροπορική της ισχύς βρίσκεται σε διαδικασία μετάβασης.
Το πρόγραμμα KAAN δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πλήρως επιχειρησιακό σύστημα, τα νέα Eurofighter Typhoon αναμένονται αργότερα και τα νέα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη χρειάζονται χρόνο για να αποδείξουν την πραγματική τους αξία απέναντι σε σύγχρονες επανδρωμένες αεροπορικές δυνάμεις.
Επομένως, η Τουρκία φαίνεται να επιλέγει μια διπλή στρατηγική.
Στη Συρία αποφεύγει, προς το παρόν, την άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με το Ισραήλ και επιχειρεί να εδραιώσει σταδιακά την επιρροή της.
Στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο εμφανίζεται πιο επιθετική, δοκιμάζοντας τα όρια της ελληνικής αντίδρασης.
Η μεγάλη εικόνα πέρα από τα ήρεμα… νερά
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα για την Αθήνα.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να κοιτάζει τη Συρία ως ένα μακρινό μέτωπο που αφορά μόνο το Ισραήλ και την Τουρκία.
Η τουρκική στρατηγική στη Τουρκίας, στη Λιβύη, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο συνδέεται από την κοινή επιδίωξη της Τουρκίας να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε περιφερειακή στρατηγική υπεροχή.
Το ισραηλινό χτύπημα στη βόρεια Συρία μπορεί, επομένως, να ήταν κάτι περισσότερο από ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς την Τουρκία.
Μπορεί να ήταν η πρώτη έμπρακτη προσπάθεια να εμποδιστεί η δημιουργία ενός νέου τουρκικού στρατηγικού τόξου που θα εκτείνεται από τη βόρεια Συρία μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Και αν αυτό το τόξο αρχίσει να αποκτά μόνιμη μορφή, το Αιγαίο δεν θα βρίσκεται στην περιφέρεια της εξέλιξης.
Θα βρίσκεται στο επίκεντρό της.
www.bankingnews.gr
Σε ένα ακόμη πιο φιλόδοξο σενάριο, η Δαμασκός θα μπορούσε να συμφωνήσει σε κοινές ρωσο-συριακές τελωνειακές επιθεωρήσεις κατά μήκος της ιστορικής σιδηροδρομικής γραμμής του Hejaz, εφόσον αυτή αναβιώσει, ώστε να αποτραπεί η χρησιμοποίησή της από την Τουρκία για στρατιωτικούς σκοπούς.
Πρόκειται για ένα σενάριο το οποίο αποτυπώνει το πραγματικό βάθος της κρίσης που διαμορφώνεται στη μεταπολεμική Συρία: η χώρα έχει πλέον μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού όχι μόνο μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων, αλλά και μεταξύ διαφορετικών αρχιτεκτονικών ασφαλείας που συγκρούονται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και για την Ελλάδα, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το ισραηλινό χτύπημα στη βόρεια Συρία
Το Ισραήλ και η Τουρκία έχουν εισέλθει σε έναν ολοένα πιο έντονο πόλεμο δηλώσεων, μετά τον ισραηλινό βομβαρδισμό αεροπορικής βάσης στη βόρεια Συρία , κοντά στο Aleppo, με το Ισραήλ να υποστηρίζει ότι τουρκικές δυνάμεις προετοιμάζονταν να αναπτυχθούν εκεί.
Η συριακή πλευρά αρνήθηκε ότι υπήρχε τέτοιο σχέδιο.
Ωστόσο, η ουσία του ζητήματος βρίσκεται αλλού.

Η μεταβολή των στρατιωτικών ισορροπιών
Το Ισραήλ φαίνεται να θεωρεί ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη διμερή συμφωνία μεταξύ Άγκυρας και Δαμασκού, αλλά πιθανή μεταβολή των στρατηγικών ισορροπιών ολόκληρης της περιοχής.
Ο Majdi Halabi, σε ανάλυσή του για το The Media Line, εξήγησε τη λογική πίσω από την ισραηλινή αντίδραση: το ισραηλινό δόγμα ασφαλείας δεν αξιολογεί μια απειλή αποκλειστικά με βάση το αν είναι «νόμιμη» ή «παράνομη», αλλά με βάση το κατά πόσο περιορίζει την ελευθερία κίνησης της ισραηλινής αεροπορίας.
Η λογική είναι σκληρή, αλλά στρατηγικά κατανοητή.
Ένα συμβατικό ραντάρ που λειτουργεί από μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ μπορεί, από την ισραηλινή σκοπιά, να αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα για την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας από ό,τι ένας φορητός αντιαεροπορικός πύραυλος στα χέρια μιας ένοπλης οργάνωσης.
Έτσι, μια επίσημη και «νόμιμη» τουρκική στρατιωτική παρουσία στη βόρεια Συρία μπορεί να αντιμετωπίζεται από το Ισραήλ ως στρατηγική απειλή ανεξάρτητα από το πώς την παρουσιάζουν η Άγκυρα και η Δαμασκός.
Τι πραγματικά φοβάται το Ισραήλ
Το ισραηλινό χτύπημα μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια να αποτραπεί ένα τουρκικό τετελεσμένο.
Το σενάριο που φοβάται το Ισραήλ είναι σχετικά απλό: η Τουρκία εγκαθιστά στρατιωτικές υποδομές στη βόρεια Συρία, αποκτά δυνατότητες επιτήρησης και αεράμυνας και σταδιακά περιορίζει την ελευθερία δράσης της ισραηλινής αεροπορίας.
Στη συνέχεια, η τουρκική στρατιωτική παρουσία θα μπορούσε να επεκταθεί νοτιότερα.
Όσο πιο κοντά στο Ισραήλ βρίσκονται τουρκικά μαχητικά, ραντάρ, συστήματα αεράμυνας και άλλες στρατιωτικές υποδομές, τόσο μικρότερος είναι ο χρόνος αντίδρασης του Ισραήλ σε περίπτωση κρίσης.
Αυτό εξηγεί γιατί η Ισραήλ φαίνεται να προτιμά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα τώρα, πριν η τουρκική παρουσία στη Συρία καταστεί μη αναστρέψιμη.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλλαγή μετά την πτώση του Bashar al-Assad.
Η αποδυνάμωση της ιρανικής παρουσίας στη Συρία δεν δημιούργησε ένα κενό ισχύος για πολύ.
Η Τουρκία έσπευσε να το καλύψει.
Για το Ισραήλ, επομένως, το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η πιθανή επιστροφή του Ιράν.
Είναι η εμφάνιση ενός νέου περιφερειακού αντιπάλου με ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία, σημαντική οικονομική ισχύ και άμεση πρόσβαση στη Μεσόγειο.
Η τουρκική διείσδυση στη Συρία αφορά και την Ελλάδα
Από ελληνικής πλευράς, το ζήτημα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκία.
Η Συρία αποτελεί κρίσιμο κρίκο στη γεωπολιτική στρατηγική της Άγκυρας.
Μια Τουρκία που αποκτά στρατιωτικό βάθος στη Συρία ενισχύει ταυτόχρονα τη θέση της στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Η σύνδεση μεταξύ της τουρκικής παρουσίας στη βόρεια Συρία, της Ανατολικής Μεσογείου, της Λιβύης και των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα ενός ενιαίου σχεδίου, αλλά δημιουργεί ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλεονέκτημα για την Άγκυρα.
Όσο περισσότερα στρατηγικά σημεία ελέγχει ή επηρεάζει η Τουρκία γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο, τόσο μεγαλύτερο είναι το διαπραγματευτικό της βάρος απέναντι στην Ελλάδα.
Και γι' αυτό η εξέλιξη στη Συρία αφορά άμεσα την Αθήνα.
Η νέα τουρκική «περιφερειακή αρχιτεκτονική» ασφάλειας
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα μετά την πρόσφατη ανακοίνωση της λεγόμενης συμφωνίας της Μέκκά για το «Ισλαμικό NATO» μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Εφόσον αυτή η συνεργασία αποκτήσει πραγματικό στρατιωτικό περιεχόμενο, η γεωγραφία της Μέσης Ανατολής αλλάζει.
Η Συρία και η Ιορδανία βρίσκονται ανάμεσα στις δύο βασικές περιφερειακές ζώνες αυτού του άξονα και θα μπορούσαν να περάσουν σε ακόμη στενότερη στρατιωτική και στρατηγική επιρροή της Τουρκίας και των εταίρων της.
Σε ένα πιο φιλόδοξο σενάριο, η αναβίωση της σιδηροδρομικής γραμμής του Hejaz θα μπορούσε να προσφέρει και μια νέα χερσαία σύνδεση μεταξύ αυτών των χώρων.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η Τουρκία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως χώρα που διεκδικεί συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο.
Η Τουρκία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πολύ ευρύτερο περιφερειακό δίκτυο ισχύος.
Ρωσία: Ο παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το παιχνίδι
Εδώ εμφανίζεται ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται στη δυτική ανάλυση: η Ρωσία.
Μετά το πρόσφατο μνημόνιο κατανόησης για το μέλλον των ρωσικών βάσεων στη Συρία, η σχέση Μόσχας – Δαμασκού εισέρχεται σε νέα φάση.
Οι ρωσικές βάσεις αναμένεται να μετατραπούν σε κοινά κέντρα εκπαίδευσης.
Αυτό δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα δυνατότητα.
Η Ρωσία θα μπορούσε να διατηρήσει τον ρόλο της ως βασικού στρατιωτικού εταίρου της Συρίας, αντί να αφήσει την Τουρκίας να υποκαταστήσει πλήρως τη ρωσική επιρροή.
Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξισορρόπησης μεταξύ Άγκυρας και Ιερουσαλήμ.
Η Μόσχα, για παράδειγμα, θα μπορούσε να λάβει υπόψη τις ισραηλινές ανησυχίες ως προς το ποιοι εκπαιδεύονται και με ποια όπλα, αποκλείοντας από τη ρωσική εκπαίδευση πρόσωπα που συνδέονται με παλαιότερες τρομοκρατικές οργανώσεις και περιορίζοντας την παράδοση συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων.
Παράλληλα, σε περίπτωση αναβίωσης του διαδρόμου Hejaz, μια συμφωνία για κοινές ρωσο-συριακές τελωνειακές επιθεωρήσεις θα μπορούσε να εμποδίσει τη χρήση της γραμμής για μεταφορά όπλων ή στρατιωτικού υλικού προς τον νότο.
Θα ήταν μια ιδιαίτερα περιοριστική ρύθμιση για τη συριακή κυριαρχία.
Θα ήταν όμως και ένας από τους ελάχιστους ρεαλιστικούς τρόπους για να αποτραπεί μια άμεση σύγκρουση Ισραήλ και Τουρκίας στη Συρία.
Η πραγματική σύγκρουση δεν είναι μόνομεταξύ Ισραήλ – Τουρκίας
Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι η Συρία κινδυνεύει να γίνει το πεδίο όπου θα συγκρουστούν τρεις διαφορετικές περιφερειακές στρατηγικές.
Η Τουρκία θέλει να μετατρέψει τη Συρία σε χώρο στρατηγικής επιρροής και να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος προς τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το Ισραήλ θέλει να διατηρήσει την ελευθερία δράσης της και να εμποδίσει την εγκατάσταση μιας ισχυρής τουρκικής στρατιωτικής υποδομής δίπλα στα σύνορά της.
Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει τη θέση της στη Συρία χωρίς να οδηγηθεί σε άμεση σύγκρουση ούτε με την Ισραήλ ούτε με την Τουρκία.
Και στη μέση βρίσκεται η ίδια η Συρία, η οποία προσπαθεί να ανασυγκροτήσει ένα κράτος μετά από χρόνια πολέμου, έχοντας πλέον περιορισμένα περιθώρια πραγματικής στρατηγικής αυτονομίας.
Για την Ελλάδα, το κρίσιμο σημείο είναι ότι μια Τουρκία που θα εδραιωθεί στρατιωτικά στη Συρία δεν θα είναι απλώς μια Τουρκία με μεγαλύτερη επιρροή στη Μέση Ανατολή.
Θα είναι μια Τουρκία με μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος, περισσότερες υποδομές, μεγαλύτερη περιφερειακή εμβέλεια και περισσότερες επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και τι θα συμβεί στο Αιγαίο;
Ακριβώς γι' αυτό αποκτά σημασία η παράλληλη τουρκική πίεση προς την Ελλάδα.
Η Άγκυρα αποφεύγει, προς το παρόν, μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Ισραήλ, αλλά την ίδια στιγμή εντείνει τις κινήσεις της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με προεδρικά διατάγματα της 15ης Αυγούστου, η Τουρκία ανακοίνωσε δύο εθνικά θαλάσσια πάρκα — ένα στο βορειοανατολικό Αιγαίο και ένα στην περιοχή Fethiye–Kaş στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών χαρακτήρισε την κίνηση μονομερή και παράνομη, επισημαίνοντας ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα σε διεθνή ύδατα ή στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Η Αθήνα, βεβαίως, έχει και η ίδια προχωρήσει στη δημιουργία θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και στις νότιες Κυκλάδες, υπογραμμίζοντας ότι οι σχετικές ζώνες βρίσκονται εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και είναι συμβατές με το διεθνές δίκαιο της θάλασσας.
Το κρίσιμο ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι η έκδοση ενός τουρκικού διατάγματος από μόνη της: Είναι τι θα κάνει η Τουρκία για να το επιβάλει στην πράξη.
Η επικίνδυνη λογική των τετελεσμένων
Η τουρκική πλευρά δεν αποκτά αυτομάτως διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα να απαγορεύσει την αλιεία ελληνικών σκαφών σε διεθνή ύδατα.
Ο πραγματικός κίνδυνος θα εμφανιστεί εάν η 'Αγκυρα επιχειρήσει να επιβάλει μονομερώς τους κανόνες της εκτός των χωρικών της υδάτων, χρησιμοποιώντας την ακτοφυλακή ή το πολεμικό ναυτικό.
Τότε η Ελλάδα θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να αντιδράσει για να προστατεύσει την ελευθερία ναυσιπλοΐας και αλιείας είτε να ανεχθεί μια νέα τουρκική διοικητική πρακτική που σταδιακά θα μετατρέπεται σε «κανονικότητα».
Και αυτή ακριβώς είναι η πιο επικίνδυνη διάσταση της τουρκικής στρατηγικής.
Δεν χρειάζεται να ξεκινήσει έναν μεγάλο πόλεμο.
Αρκεί να μετατρέψει σταδιακά μονομερείς χάρτες, διατάγματα και διεκδικήσεις σε πραγματική παρουσία κρατικών υπηρεσιών στη θάλασσα.
Το ίδιο μοτίβο μπορεί να παρατηρηθεί και στη Συρία: πρώτα συνεργασία, μετά εκπαίδευση, στη συνέχεια υποδομές, κατόπιν μόνιμη παρουσία και τελικά δημιουργία νέων τετελεσμένων.
Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Άγκυρας
Η Τουρκία πιθανότατα δεν επιθυμεί αυτή τη στιγμή μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το Ισραήλ.
Η αεροπορική της ισχύς βρίσκεται σε διαδικασία μετάβασης.
Το πρόγραμμα KAAN δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πλήρως επιχειρησιακό σύστημα, τα νέα Eurofighter Typhoon αναμένονται αργότερα και τα νέα τουρκικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη χρειάζονται χρόνο για να αποδείξουν την πραγματική τους αξία απέναντι σε σύγχρονες επανδρωμένες αεροπορικές δυνάμεις.
Επομένως, η Τουρκία φαίνεται να επιλέγει μια διπλή στρατηγική.
Στη Συρία αποφεύγει, προς το παρόν, την άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με το Ισραήλ και επιχειρεί να εδραιώσει σταδιακά την επιρροή της.
Στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο εμφανίζεται πιο επιθετική, δοκιμάζοντας τα όρια της ελληνικής αντίδρασης.
Η μεγάλη εικόνα πέρα από τα ήρεμα… νερά
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα για την Αθήνα.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να κοιτάζει τη Συρία ως ένα μακρινό μέτωπο που αφορά μόνο το Ισραήλ και την Τουρκία.
Η τουρκική στρατηγική στη Τουρκίας, στη Λιβύη, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο συνδέεται από την κοινή επιδίωξη της Τουρκίας να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε περιφερειακή στρατηγική υπεροχή.
Το ισραηλινό χτύπημα στη βόρεια Συρία μπορεί, επομένως, να ήταν κάτι περισσότερο από ένα προειδοποιητικό μήνυμα προς την Τουρκία.
Μπορεί να ήταν η πρώτη έμπρακτη προσπάθεια να εμποδιστεί η δημιουργία ενός νέου τουρκικού στρατηγικού τόξου που θα εκτείνεται από τη βόρεια Συρία μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο.
Και αν αυτό το τόξο αρχίσει να αποκτά μόνιμη μορφή, το Αιγαίο δεν θα βρίσκεται στην περιφέρεια της εξέλιξης.
Θα βρίσκεται στο επίκεντρό της.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών